Ευρύτερη νοηματική ενότητα
Το απόσπασμα Λουκ. 18:9–19:10 φαίνεται να αναπτύσσει το ερώτημα που τίθεται στο Λουκ. 18:8: «πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;»
Σημειώσεις
Ολόκληρη η περικοπή περιστρέφεται γύρω από την έννοια της δικαίωσης: «δίκαιοι» στο εδ. 9 και «δεδικαιωμένος» στο εδ. 14. Και οι δύο λέξεις προέρχονται από την ίδια ρίζα δίκαιο—. Η σημασία της είναι νομική και το πλαίσιό της είναι το δικαστήριο. Δίκαιος είναι εκείνος που ο δικαστής έχει κηρύξει αθώο. Η δήλωση «ένοχος» ή «αθώος» γίνεται συνήθως στην αρχή μιας δίκης και επομένως δεν έχει δεσμευτική ισχύ. Μόνο η ετυμηγορία του δικαστή είναι αξιόπιστη, διότι εκφράζει την επίσημη, και επομένως δεσμευτική, «πραγματικότητα των πραγμάτων». Κατά συνέπεια, το να εμπιστεύεται κανείς τη δική του ετυμηγορία (εδ. 9) αποτελεί προσβολή για τον δικαστή, του οποίου η ετυμηγορία ακυρώνεται εκ των προτέρων και στην πράξη.
Στη Γραφή ο Θεός λειτουργεί ως —και επομένως είναι πρώτα και κύρια— ο μόνος κριτής όλων· μόνο η δική του ετυμηγορία ισχύει, και έως ότου εκδοθεί, όλες οι νομικές δηλώσεις είναι άκυρες. Στην παραβολή λοιπόν ο Φαρισαίος διαπράττει διπλή αμαρτία: όχι μόνο εκδίδει την τελική ετυμηγορία για τον εαυτό του —πράξη που θα ήταν ανεκτή αν την έκανε με ελπίδα— αλλά στην ουσία «κάθεται» στον θρόνο του κριτή, εκδίδοντας την τελική ετυμηγορία για έναν άλλον όπως και για τον εαυτό του. Έτσι ο Φαρισαίος παίρνει τη θέση του ίδιου του Θεού, κάτι που κατά τους προφήτες αποτελεί την κορύφωση της αλαζονείας (την οποία φέρει η ρίζα ὕψο— «υψώνω», πράξη που αρμόζει μόνο στον ίδιο τον Θεό)· γι’ αυτό θα ταπεινωθεί (από τη ρίζα ταπεινο—, «χαμηλώνω»), καθώς θα κηρυχθεί μη αθώος, δηλαδή ένοχος.
«Οι υπερήφανοι οφθαλμοί του ανθρώπου θέλουσι ταπεινωθή (ταπεινωθήσεται), και η έπαρσις (ὕψος) των ανθρώπων θέλει υποκύψει· μόνος δε ο Κύριος θέλει υψωθή (ὑψωθήσεται) εν εκείνη τη ημέρα… Και το ύψος (ὕψος) του ανθρώπου θέλει υποκύψει, και η έπαρσις των ανθρώπων θέλει ταπεινωθή (ταπεινωθήσεται)· μόνος δε ο Κύριος θέλει υψωθή (ὑψωθήσεται) εν εκείνη τη ημέρα.» (Ησ. 2:11, 17)
Ο τελώνης όμως, ικετεύοντας το έλεος του Θεού, ανέμενε την ετυμηγορία του Θεού. Και ο Θεός, όντας εν τέλει πανελεήμων, τον συγχωρεί και έτσι τον κηρύσσει «αθώο», «δίκαιο»· κι έτσι εκείνος φαίνεται «υψωμένος» στα μάτια των ανθρώπων, σε σύγκριση με την ταπεινή θέση στην οποία είχε θέσει τον εαυτό του.
Περαιτέρω βιβλιογραφία
Παύλος Ναντίμ Ταράζι (Paul Nadim Tarazi), New Testament Introduction, Vol. 2: Luke and Acts, St Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY, 2001· σ. 142–143.