Ευρύτερη νοηματική ενότητα
Το Λουκ. 15:1–32 αποτελείται από μια εισαγωγή (εδ. 1–3) και στη συνέχεια από τρεις παραβολές, δύο από τις οποίες απαντούν μόνο στο Ευαγγέλιο του Λουκά: η γυναίκα με τη χαμένη δραχμή και το σημερινό μας ανάγνωσμα για τον άσωτο υιό. Το κεφάλαιο αρχίζει με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς να πλησιάζουν για να ακούσουν τον Χριστό, ενώ οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι γογγύζουν εναντίον του. Μια inclusio κλείνει το κεφάλαιο με τον μεγαλύτερο αδελφό να γογγύζει και να παραπονείται για την υποδοχή και το τραπέζι που ετοίμασε ο πατέρας για την επιστροφή του άσωτου γιου του. Σε όλες τις τρεις παραβολές διασπείρονται λέξεις-κλειδιά που τις συνδέουν: χαρά/χαίρω, χαμένος/βρέθηκε και μετάνοια.
Σημειώσεις
Ο νεότερος γιος εκπροσωπεί τα έθνη: βρίσκεται μακριά από το σπίτι του πατέρα του· ζει με πόρνες (η πορνεία είναι στην Παλαιά Διαθήκη μεταφορά της αποστασίας) και με χοίρους (ακάθαρτα ζώα στην Παλαιά Διαθήκη).
Ο μεγαλύτερος γιος, που εκπροσωπεί τους Ιουδαίους, ζει στο σπίτι του πατέρα του και εργάζεται στον «αγρό», όπου χρησιμοποιείται ο «ζυγός», πράγμα που θυμίζει τον ζυγό του Μωσαϊκού Νόμου. Βλ. προηγουμένως Λουκ. 14:18–19, όπου οι πρώτοι καλεσμένοι, που εκπροσωπούν τους Ιουδαίους, προφασίστηκαν ότι αγόρασαν αγρό και πέντε ζεύγη βόδια (αναφορά στα πέντε βιβλία του Μωυσή) για να μην έρθουν στο δείπνο, ακριβώς όπως κάνει εδώ ο μεγαλύτερος αδελφός. Βλ. επίσης Πράξ. 15:10 («Τώρα λοιπόν διά τι πειράζετε τον Θεόν, επιβάλλοντες ζυγόν εις τον τράχηλον των μαθητών, τον οποίον ούτε οι πατέρες ημών ούτε ημείς δεν ηδυνήθημεν να βαστάσωμεν;») και Γαλ. 5:1–4 («Εν τη ελευθερία λοιπόν, με την οποίαν ηλευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί, και μη υποβληθήτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας. Ιδού, εγώ ο Παύλος σας λέγω ότι εάν περιτέμνησθε, ο Χριστός δεν θέλει σας ωφελήσει ουδέν. Μαρτύρομαι δε πάλιν προς πάντα άνθρωπον περιτεμνόμενον, ότι είναι χρεώστης να εκτελή όλον τον νόμον. Απεχωρίσθητε από του Χριστού όσοι δικαιόνεσθε διά του νόμου, εξεπέσατε από της χάριτος·»). Ο Χριστός μάς καλεί να βρεθούμε κάτω από τον χρηστό «ζυγό» (Ματθ. 11:28–30) του νόμου του (Γαλ. 6:2).
Καθένας από τους δύο αδελφούς αμάρτησε και δεν μπορεί να σωθεί παρά μόνο εισερχόμενος στο σπίτι του πατέρα και συμμετέχοντας στη «χαρά» της γιορτής, αποδεχόμενος τον όρο του πατέρα, δηλαδή ότι το σπίτι είναι δικό του και εκεί υπερισχύει μόνο το δικό του θέλημα:
- Αφού αμάρτησε, ο νεότερος αδελφός θέλησε να επιβάλει τους όρους της μετάνοιάς του «τιμωρώντας τον εαυτό του», δείχνοντας έτσι αυτοδικαίωση. Δεν κατάλαβε ότι η σωτηρία του βρισκόταν στο έλεος του πατέρα του, το οποίο είναι δεμένο με τους όρους του πατέρα. Η έσχατη αμαρτία του νεότερου αδελφού είναι ότι γίνεται ο ίδιος κριτής του τι σημαίνει το έλεος του πατέρα του και του ότι δεν είναι άξιός του. Δεν αντιλαμβάνεται ότι, αν και δεν είμαστε —και ποτέ δεν θα γίνουμε— άξιοι του ελέους του, ο Θεός παραμένει ελεήμων.
- Το ίδιο ισχύει και για τον μεγαλύτερο αδελφό, ο οποίος σφάλλει θεωρώντας ότι η «χαρά» του μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τη χαρά του πατρικού σπιτιού, χαρά ουσιαστικά πατρική και επομένως χαρά που περιλαμβάνει «όλα» τα μέλη του οίκου. Προσέξτε ότι το νήμα που συνδέει τις τρεις παραβολές του Λουκ. 15 είναι ότι η αληθινή χαρά της βασιλείας βρίσκεται στο να «μοιράζεσαι» τη χαρά του Πατέρα: «Και ελθών εις τον οίκον, συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονας, λέγων προς αυτούς· Συγχάρητέ μοι, διότι εύρον το πρόβατόν μου το απολωλός.» (συγχάρητέ μοι, εδ. 6)· «και αφού εύρη, συγκαλεί τας φίλας και τας γείτονας, λέγουσα· Συγχάρητέ μοι, διότι εύρον την δραχμήν την οποίαν έχασα.» (συγχάρητέ μοι, εδ. 9). Ο μεγαλύτερος αδελφός ήθελε να ευφρανθεί (εὐφρανθῶ) χωριστά με τους «δικούς» του φίλους (εδ. 29), αντί να ευφρανθεί (εὐφρανθῆναι) μοιραζόμενος τη χαρά (χαρῆναι) του πατέρα του, μαζί με τους φίλους του, όλοι κάτω από την ίδια στέγη (εδ. 32). Η ευφροσύνη έξω από το σπίτι του πατέρα μάς αποκλείει από την εσχατολογική χαρά της βασιλείας.
Περαιτέρω βιβλιογραφία
Charles H. Talbert, Reading Luke, Smith & Helwys, Macon, GA, 2002· σ. 177–181.
Παύλος Ναντίμ Ταράζι (Paul Nadim Tarazi), New Testament Introduction, Vol. 2: Luke and Acts, St Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY, 2001· σ. 124–126.