Ευρύτερη νοηματική ενότητα
Παρακαλούμε ανατρέξτε στα σχόλια των δύο προηγούμενων Κυριακών. Εκείνο που έχει σημασία στο σημερινό ανάγνωσμα είναι ότι αποτελεί την τρίτη πρόρρηση του πάθους και μάλιστα τη μακρύτερη και λεπτομερέστερη (πρβλ. 8:31–33 και 9:31). Ο Ιησούς και οι μαθητές του βρίσκονται στον δρόμο ανεβαίνοντας προς την Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς προσπαθεί πάλι να μιλήσει στους μαθητές του για τα επερχόμενα γεγονότα, αλλά οι μαθητές πάλι δεν καταλαβαίνουν τίποτε από όσα λέει. Σε εντυπωσιακή αντίθεση, δύο από τους μαθητές-«στύλους», ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, ζητούν θέσεις εξουσίας και δόξας στη βασιλεία του Χριστού. Έτσι, αφενός υπάρχει το ευαγγέλιο του πάσχοντος και σταυρωμένου Ιησού, και αφετέρου οι εκλεκτοί στύλοι επιζητούν το ευαγγέλιο της εξουσίας και της τιμής. Το πλαίσιο αυτό επιτρέπει στον Χριστό να εξηγήσει λεπτομερώς τη φύση της αληθινής μαθητείας και να εκφράσει το ευαγγέλιό του, το ευαγγέλιο του πάθους και της σταύρωσης. Προσέξτε πάλι ότι αυτή η ευρύτερη ενότητα τελειώνει με τη θεραπεία του τυφλού ζητιάνου Βαρτιμαίου (γιου του πολυτιμημένου), ο οποίος «πιάνει» το μήνυμα του ευαγγελίου και ακολουθεί αμέσως τον Χριστό «ἐν τῇ ὁδῷ» προς τον σταυρό.
Σημειώσεις
Ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι φερόμενοι ως στύλοι της επίγειας Ιερουσαλήμ (Γαλ. 2:9), δεν καταλαβαίνουν ότι, μετά την ανάστασή του, ο Κύριος Ιησούς θα ενθρονιστεί στη νέα Ιερουσαλήμ, όπου βασιλεύει αποκλειστικά ο Πατέρας του:
«Επειδή καθώς πάντες αποθνήσκουσιν εν τω Αδάμ, ούτω και πάντες θέλουσι ζωοποιηθή εν τω Χριστώ. Έκαστος όμως κατά την ιδίαν αυτού τάξιν· ο Χριστός είναι η απαρχή, έπειτα όσοι είναι του Χριστού εν τη παρουσία αυτού· Ύστερον θέλει είσθαι το τέλος, όταν παραδώση την βασιλείαν εις τον Θεόν και Πατέρα, όταν καταργήση πάσαν αρχήν και πάσαν εξουσίαν και δύναμιν. Διότι πρέπει να βασιλεύη εωσού θέση πάντας τους εχθρούς υπό τους πόδας αυτού. Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος· διότι πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού. Όταν δε είπη ότι πάντα είναι υποτεταγμένα, φανερόν ότι εξαιρείται ο υποτάξας εις αυτόν τα πάντα. Όταν δε υποταχθώσιν εις αυτόν τα πάντα, τότε και αυτός ο Υιός θέλει υποταχθή εις τον υποτάξαντα εις αυτόν τα πάντα, διά να ήναι ο Θεός τα πάντα εν πάσιν.» (Α΄ Κορ. 15:22–28)
Ο ίδιος ο Κύριος έφθασε στην ουράνια Ιερουσαλήμ μόνο αφού υποτάχθηκε στο θέλημα του Πατέρα του: «Και προχωρήσας ολίγον, έπεσεν επί της γης και προσηύχετο να παρέλθη αν ήναι δυνατόν απ' αυτού η ώρα εκείνη, και έλεγεν· Αββά ο Πατήρ, πάντα είναι δυνατά εις σέ· απομάκρυνον απ' εμού το ποτήριον τούτο. Ουχί όμως ό,τι θέλω εγώ, αλλ' ό,τι συ.» (Μάρκ. 14:35–36). Επομένως, η θέση της τιμής βρίσκεται αυστηρά στα χέρια του οικοδεσπότη, του Πατέρα όλων. Αυτό καθιστά απαράδεκτο το αίτημα των «στύλων», αφού θα τιμούσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Τελικά μόνο ο Χριστός βρίσκεται στη θέση της τιμής, στα δεξιά του Θεού.
Ωστόσο, ο Κύριος Ιησούς μπορεί να δείξει τον δρόμο προς τη βασιλεία του Πατέρα του: να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του πίνοντας το ίδιο ποτήριο που πίνει εκείνος. Εφόσον το έκανε «[ἦλθεν] οὐ διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (10:45), οι μαθητές του οφείλουν να κάνουν το ίδιο.
Το κατεξοχήν παράδειγμα μαθητείας είναι ο Παύλος, ο οποίος, παρότι είχε αποστολική εξουσία πάνω στους προσηλύτους του από τα έθνη (Α΄ Κορ. 9:1–5) και επομένως «ἐδόκει ἄρχειν τῶν ἐθνῶν», να τα «κατακυριεύει» και να τα «κατεξουσιάζει», αποφάσισε να ακολουθήσει τον εξής δρόμο: «Διότι ελεύθερος ων πάντων εις πάντας εδούλωσα εμαυτόν, διά να κερδήσω τους πλειοτέρους· … εις τους ανόμους ως άνομος, μη ων άνομος εις τον Θεόν, αλλ' έννομος εις τον Χριστόν, διά να κερδήσω ανόμους· έγεινα εις τους ασθενείς ως ασθενής, διά να κερδήσω τους ασθενείς· εις πάντας έγεινα τα πάντα, διά να σώσω παντί τρόπω τινάς.» (πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα) (Α΄ Κορ. 9:19, 21–22). Κατά συνέπεια, κάθε μαθητής καλείται να ακολουθήσει το παράδειγμά του, όχι μόνο ως διάκονος (υπηρέτης/λειτουργός), όπως συχνά αποκαλούσε τον εαυτό του ο Παύλος ως απόστολος, αλλά ακόμη ως «πάντων δοῦλος» (Μάρκ. 10:44).
Περαιτέρω βιβλιογραφία
Παύλος Ναντίμ Ταράζι (Paul Nadim Tarazi), New Testament Introduction, Vol. 1: Paul and Mark, St Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY, 1999· σ. 199–200.