Ευρύτερη νοηματική ενότητα
Το κεφάλαιο 17 στέκεται αυτοτελώς ως μία ενότητα. Το σημερινό ανάγνωσμα σταματά στη μέση του κεφαλαίου, το οποίο όλοι αναγνωρίζουν ως μια μακρά μεσιτική προσευχή για τους ακολούθους του, παρόντες και μέλλοντες. Το κεφάλαιο αρχίζει με τη γνωστή διακήρυξη: «Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε». Εισάγει την τελική πορεία προς την ύψωση/δοξασμό του Χριστού επάνω στον σταυρό (βλ. Ιω. 3:14–15).
Σημειώσεις
Αυτό το ανάγνωσμα αντανακλά τη γραφική παράδοση που εγκαινίασε ο Παύλος (βλ. π.χ. Α΄ Κορ. 15:12–23· Α΄ Θεσ. 4:13–18), ότι ο Ιησούς, ο μεσσίας τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, μόνος δοξάζεται, και τα μέλη της μεσσιανικής κοινότητας πρέπει να αναμένουν την έλευσή του για να κληρονομήσουν τη βασιλεία: «Ας μη ταράττηται η καρδία σας· πιστεύετε εις τον Θεόν, και εις εμέ πιστεύετε. Εν τη οικία του Πατρός μου είναι πολλά οικήματα· ει δε μη, ήθελον σας ειπεί· υπάγω να σας ετοιμάσω τόπον· και αφού υπάγω και σας ετοιμάσω τόπον, πάλιν έρχομαι και θέλω σας παραλάβει προς εμαυτόν, διά να είσθε και σεις, όπου είμαι εγώ. Και όπου εγώ υπάγω εξεύρετε, και την οδόν εξεύρετε.» (Ιω. 14:1–4). Στο μεταξύ, οι μαθητές του Ιησού πρέπει να ακολουθούν την «οδό» προς εκείνη τη βασιλεία, η οποία δεν είναι άλλη από την «οδό» του ίδιου του Ιησού: να ακολουθούν τις οδηγίες του Θεού (5:19–30). Αυτό ακριβώς ζητά ο Ιησούς εδώ από τους μαθητές του. Η αιώνια ζωή βρίσκεται στη γνώση του Θεού και του μεσσία του (Ιω. 17:3). Με τη σειρά της, η γνώση αυτή μεταδίδεται διά της διδασκαλίας του Ιησού:
«Εφανέρωσα το όνομά σου εις τους ανθρώπους, τους οποίους μοι έδωκας εκ του κόσμου. Ιδικοί σου ήσαν και εις εμέ έδωκας αυτούς, και τον λόγον σου εφύλαξαν. Τώρα εγνώρισαν ότι πάντα όσα μοι έδωκας παρά σου είναι· διότι τους λόγους, τους οποίους μοι έδωκας, έδωκα εις αυτούς, και αυτοί εδέχθησαν και εγνώρισαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθον, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας. … Τώρα δε έρχομαι προς σε, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω διά να έχωσι την χαράν μου πλήρη εν εαυτοίς.» (εδ. 6–8, 13)
Εκείνο που μεταδίδει ο Ιησούς στους μαθητές του δεν είναι κάτι «περί» του Θεού, αλλά κάτι «από» αυτόν, ο λόγος του, ο οποίος πρέπει να τηρείται, δηλαδή να εισακούεται, αν κανείς θέλει να μην είναι από αυτόν τον κόσμο αλλά από τον Θεό (βλ. Ιω. 1:12–13). Και είναι αυτή η εισάκουση των οδηγιών του Θεού —και όχι μια αφηρημένη «θεολογική» γνώση— που θα προφυλάξει τους μαθητές από το να αποκλειστούν από τη χαρά και τη βασιλεία του Θεού. Πράγματι, εκείνος που δεν εισάκουσε τους λόγους του Ιησού είναι αυτός που κατέληξε κάτω από την κατάρα της γραφής, του λόγου του Θεού: «Ότε ήμην μετ' αυτών εν τω κόσμω, εγώ εφύλαττον αυτούς εν τω ονόματί σου· εκείνους τους οποίους μοι έδωκας εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απωλέσθη ειμή ο υιός της απωλείας, διά να πληρωθή η γραφή.» (εδ. 12). Και αυτό δεν είναι παράξενο, αφού, όπως η torah του Θεού είναι εκείνη που φυλάσσει τον λαό του (εφόσον τηρεί τις εντολές της), έτσι και η διδασκαλία του μεσσία είναι εκείνη που φυλάσσει τους μαθητές του (εφόσον την τηρούν).
Άλλη μια φορά βλέπουμε ότι τα αναγνώσματα μεταξύ Πάσχα και Πεντηκοστής περιστρέφονται γύρω από τη διδασκαλία του Θεού και υπογραμμίζουν την κεντρική της θέση έναντι της θέας ή της αφηρημένης «θεολογικής» γνώσης μιας «θεότητας» —που ο Θεός της Γραφής δεν είναι— και, κυρίως, την τήρηση της διδασκαλίας του. Όπως ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη είναι αόρατος, αφού ούτε έχει ούτε είναι άγαλμα, και αποκαλύπτεται τόσο μέσα στην torah όσο και ως torah, έτσι και η αυθεντία του αναστημένου μεσσία βρίσκεται ακριβώς στο ότι, κατά τον δοξασμό του, γίνεται αόρατος και αποκαλύπτεται διά του αποστολικού «λόγου» εκείνων που απέστειλε. Κάθε φορά που δεν εισακούουμε αυτή την ουσιώδη βιβλική —παλαιοδιαθηκική και καινοδιαθηκική— διδασκαλία, κάνουμε τόσο τον μεσσία όσο και τον Θεό του «είδωλα» όπως οι «θεότητες» των εθνών. Και στην πραγματικότητα δεν εισακούουμε αυτή τη διδασκαλία κάθε φορά που, αντί να κηρύσσουμε τα βιβλικά αναγνώσματα με βάση μια υγιή ερμηνεία του κειμένου, περιπλανιόμαστε σε έναν «θεολογικό» λόγο που θαμπώνει τους ακροατές μας αντί να τους δείχνει την «οδό», όχι της «αληθινής πίστεως», αλλά της σωτηρίας του Θεού. Πράγματι, δεν σώζει η «θεολογία» της ανάστασης και της ανάληψης του Ιησού, αλλά το ίδιο το κείμενο της γραφής, το μόνο αποδεκτό πρόσωπο του Θεού και του μεσσία του. Θα δούμε ότι το ίδιο ισχύει και για το επόμενο ανάγνωσμα της Πεντηκοστής, της εορτής της έκχυσης του πνεύματος του Θεού και του μεσσία του.
Περαιτέρω βιβλιογραφία
Charles H. Talbert, Reading John, Crossroads Publishing Company, New York, 1992· σ. 223 κ.ε.
Παύλος Ναντίμ Ταράζι (Paul Nadim Tarazi), New Testament Introduction, Vol. 3: Johannine Writings, St Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY, 2004· σ. 230–232.