Ευρύτερη νοηματική ενότητα
Καταρχάς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, παρότι εδώ έχουμε ένα ανάγνωσμα που κόβει και συρράπτει κείμενα για τον συγκεκριμένο σκοπό της εορτής (των Αγίων Πάντων), η σύνδεση ανάμεσα στα δύο κείμενα που λαμβάνονται από τα κεφ. 10 και 19 είναι αρκετά ευφυής. Και τα δύο απευθύνονται στους δώδεκα μαθητές (10:1· 19:28), οι οποίοι με τη σειρά τους προβάλλονται ως παράδειγμα για «όλους τους αγίους» (19:29). Προσέξτε επίσης τη σύνδεση μέσω του «πατέρα και μητέρας» και των άλλων μελών της οικογένειας (10:37· 19:29), καθώς και μέσω της πρόσκλησης να «ακολουθήσουμε» τον Ιησού (10:38· 19:28).
Σημειώσεις
Στην προς Γαλάτας ο Παύλος έγραψε κατά των αντιπάλων του: «Διότι τώρα ανθρώπους πείθω ή τον Θεόν; ή ζητώ να αρέσκω εις ανθρώπους; διότι εάν ακόμη ήρεσκον εις ανθρώπους, δεν ήθελον είσθαι δούλος Χριστού.» (1:10)· «Ότε δε ηυδόκησεν ο Θεός, ο προσδιορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας διά της χάριτος αυτού, να αποκαλύψη τον Υιόν αυτού εν εμοί, διά να κηρύττω αυτόν μεταξύ των εθνών, ευθύς δεν συνεβουλεύθην σάρκα και αίμα, ουδέ ανέβην εις Ιεροσόλυμα προς τους προ εμού αποστόλους, αλλ' απήλθον εις Αραβίαν και πάλιν υπέστρεψα εις Δαμασκόν.» (1:15–17)· «Διότι το Άγαρ είναι το όρος Σινά εν τη Αραβία, και ταυτίζεται με την σημερινήν Ιερουσαλήμ, είναι δε εις δουλείαν μετά των τέκνων αυτής· η δε άνω Ιερουσαλήμ είναι ελευθέρα, ήτις είναι μήτηρ πάντων ημών.» (4:25–26).
Και στην Α΄ προς Κορινθίους δηλώνει στο ίδιο πνεύμα: «Ούτως ας μας θεωρή πας άνθρωπος ως υπηρέτας του Χριστού και οικονόμους των μυστηρίων του Θεού. Το δε επίλοιπον ζητείται μεταξύ των οικονόμων, να ευρεθή έκαστος πιστός. Εις εμέ δε ελάχιστον είναι να ανακριθώ υφ' υμών ή υπό ανθρωπίνης κρίσεως· αλλ' ουδέ ανακρίνω εμαυτόν. Διότι η συνείδησίς μου δεν με ελέγχει εις ουδέν· πλην με τούτο δεν είμαι δεδικαιωμένος· αλλ' ο ανακρίνων με είναι ο Κύριος. Ώστε μη κρίνετε μηδέν προ καιρού, έως αν έλθη ο Κύριος, όστις και θέλει φέρει εις το φως τα κρυπτά του σκότους και θέλει φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος θέλει γείνει εις έκαστον από του Θεού.» (4:1–5).
Έτσι, η έσχατη έδρα κρίσεως για το αν κάποιος υπήρξε πιστός στην αποστολή του είναι το δικαστήριο του Θεού και όχι τα ανθρώπινα δικαστήρια — είτε πρόκειται για την Ιερουσαλήμ, πόσο μάλλον για τη Ρώμη. Αυτό ακριβώς αντανακλάται στο πρώτο μέρος του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος. Στο Ματθ. 10:32–33 ο αληθινός μαθητής πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι δεν πρέπει να φοβάται τα ρωμαϊκά εθνικά δικαστήρια και την αυτοκρατορική εξουσία (βλ. Α΄ Κορ. 6:1–3), αλλά να εισακούει τον Ιησού και τη διδασκαλία του ως τη μόνη έγκυρη αυθεντία για τον πιστό. Παρομοίως, ο αληθινός μαθητής δεν πρέπει να επηρεάζεται από την πίεση που ασκούν οι συγγενείς κατά σάρκα, δηλαδή η ομόφυλη ιουδαϊκή ηγεσία (βλ. Γαλ. 2:11–14). Αντίθετα, ο αληθινός μαθητής πρέπει να ακολουθεί τον Ιησού και τη διδασκαλία του, αφού ο Ιησούς είναι ο Χριστός και ο μόνος έγκυρος διδάσκαλος (Ματθ. 23:8–10).
Όπως συνήθως στα ευαγγέλια, οι μαθητές φαίνεται να παρανοούν τον Ιησού, όπως ακριβώς οι αντίπαλοι του Παύλου τον παρέκριναν. Επιπλέον, ανάμεσα στους μαθητές των ευαγγελίων, ο Πέτρος είναι εκείνος που βρίσκεται περισσότερο υπό εξέταση και διαρκώς χάνει την ουσία, όπως ακούμε στο Γαλ. 2:11–14. Γι’ αυτό γίνεται το άλμα, μέσω της λέξης-κλειδιού «ακολουθώ», από το Ματθ. 10 στο κεφ. 19, όπου ο Πέτρος είναι ο συνομιλητής του Ιησού ως προς το αληθινό νόημα και την αξία του να «ακολουθεί» κανείς τον Ιησού. Η αποστολική ηγεσία δεν θα βρεθεί σε θέση τιμής έως ότου έρθει ο Κύριος να βασιλεύσει στην ουράνια Ιερουσαλήμ που εγκαινιάζει τον «νέο κόσμο». Προς το παρόν, όπως δίδαξε ο Παύλος: «Τώρα είσθε κεχορτασμένοι, τώρα επλουτήσατε, εβασιλεύσατε χωρίς ημών· και είθε να εβασιλεύητε, διά να συμβασιλεύσωμεν και ημείς με σας. Διότι νομίζω ότι ο Θεός απέδειξεν ημάς τους αποστόλους εσχάτους ως καταδεδικασμένους εις θάνατον· διότι εγείναμεν θέατρον εις τον κόσμον, και εις αγγέλους και εις ανθρώπους. Ημείς μωροί διά τον Χριστόν, σεις δε φρόνιμοι εν Χριστώ· ημείς ασθενείς, σεις δε ισχυροί· σεις ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Έως της παρούσης ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και ραπιζόμεθα και περιπλανώμεθα και κοπιώμεν, εργαζόμενοι με τας ιδίας ημών χείρας· λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι υποφέρομεν, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν· ως περικαθάρματα του κόσμου εγείναμεν, σκύβαλον πάντων έως της σήμερον.» (Α΄ Κορ. 4:8–13· πρβλ. Ματθ. 19:27–30).
Περαιτέρω βιβλιογραφία
David E. Garland, Reading Matthew, Crossroads Publishing Company, New York, 1995· σ. 109 κ.ε.