Ευρύτερη νοηματική ενότητα
Το ανάγνωσμα αυτό είναι ένα μικρό τμήμα αυτού που εδώ και πολύ καιρό ονομάζεται «Επί του Όρους Ομιλία» (Ματθ. 5–7). Το ανάγνωσμα τελειώνει με το εδ. 33 και αποκόπτει την τελική «κατακλείδα» της ενότητας, που είναι το εδ. 34: «Μη μεριμνήσητε λοιπόν περί της αύριον· διότι η αύριον θέλει μεριμνήσει τα εαυτής· αρκετόν είναι εις την ημέραν το κακόν αυτής.». Η πρόθεση είναι να τελειώσει το ανάγνωσμα με τη «βασιλεία», δηλαδή στον ίδιο τόνο με εκείνο της περασμένης Κυριακής, ώστε το σημερινό ανάγνωσμα να γίνει «έκθεση» του τι είναι «τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας» (4:23). Πράγματι, στον λειτουργικό κύκλο των κυριακάτικων αναγνωσμάτων μας, είναι το μόνο τμήμα του Ματθ. 5–7 που διαβάζεται. Στην ευρύτερη ενότητα ολόκληρης της ομιλίας, το περιεχόμενο δεν είναι προτροπή και ενθάρρυνση, αλλά εντολές που δίνονται στους μαθητές για να τις ακούσουν και να τις υπακούσουν. Η αποκάλυψη του νέου νόμου στο νέο όρος του Θεού από τον νέο λυτρωτή του Ισραήλ δεν έχει καμία σχέση με «θέα» αλλά με διδασκαλία. Ενώ ο Μωυσής διδάχθηκε από τον Θεό στο όρος, οι μαθητές διδάσκονται από τον Ιησού, τον εσχατολογικό μεσσία.
Σημείωση
Το αγγλικό «sound» είναι η μετάφραση του ἁπλοῦς και αντιπαρατίθεται στο πονηρὸς, που μεταφράζεται «not sound» αλλά στην πραγματικότητα σημαίνει «κακός, πονηρός». Επομένως το κλειδί για την κατανόηση του μηνύματος κρέμεται από τη σωστή κατανόηση του ἁπλοῦς. Από τη χρήση του στην Καινή Διαθήκη πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι αναφέρεται στο να είναι κανείς γενναιόδωρος, ανοιχτός και εξωστρεφής. Επομένως, αν το μάτι, με το οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα γύρω μας, είναι «ανοιχτό» σε όλους χωρίς διάκριση, δηλαδή δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε Ιουδαίο και εθνικό, «καλό» και «κακό», τότε δεν θα βρεθεί κανείς «πονηρός» από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος δεν κάνει τέτοια διάκριση:
«Εγώ όμως σας λέγω, Αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους, οίτινες σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους, οίτινες σας μισούσι, και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων, οίτινες σας βλάπτουσι και σας κατατρέχουσι, διά να γείνητε υιοί του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς, διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Διότι εάν αγαπήσητε τους αγαπώντάς σας, ποίον μισθόν έχετε; και οι τελώναι δεν κάμνουσι το αυτό; και εάν ασπασθήτε τους αδελφούς σας μόνον, τι περισσότερον κάμνετε; και οι τελώναι δεν κάμνουσιν ούτως; εστέ λοιπόν σεις τέλειοι, καθώς ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς είναι τέλειος.» (πονηροὺς) (Ματθ. 5:44–48)
Γι’ αυτό ο δούλος που δεν συγχωρεί το χρέος του πλησίον του όπως έκανε γι’ αυτόν ο κύριός του θεωρείται «πονηρός» (πονηρέ· Ματθ. 18:32). Αυτό το άνοιγμα προς τον «άλλον», όποιος κι αν είναι, είναι επίσης το θέμα της παραβολής των ταλάντων (Ματθ. 25:14–30). Ο δούλος που δεν ήθελε να μοιραστεί το «αργύριον» του κυρίου του με τους τραπεζίταις (εδ. 27) —λέξη που σημαίνει «ομοτράπεζοι, σύντροφοι του τραπεζιού» και είναι σαφής αναφορά στην απεριόριστη τραπεζική κοινωνία μεταξύ Ιουδαίων και εθνικών όπως την υποστήριζε ο Παύλος— βρίσκεται επίσης πονηρέ (εδ. 26).
Η ανάγνωση αυτή επιβεβαιώνεται από τις προτροπές να ακολουθεί κανείς τον Θεό και όχι τον «μαμωνά» (χρήμα, πλούτο, περιουσία), και να μη μεριμνά για όσα αυτός παρέχει: ένδυμα και τροφή. Αν το κάνει, δεν είναι καλύτερος από τα «ἔθνη» (Ματθ. 6:32· βλ. επίσης Ματθ. 5:47 που παρατέθηκε παραπάνω). Εκείνο που πρέπει μάλλον να ζητείται είναι η βασιλεία του Θεού, που εξασφαλίζεται μόνο με μια δικαιοσύνη ίση με εκείνη του ίδιου του Θεού, ο οποίος δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε Ιουδαίο και εθνικό όπως κάνουν οι Φαρισαίοι. Η δικαιοσύνη των μαθητών πρέπει να ξεπερνά τη δική τους: «Επειδή σας λέγω ότι εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη σας πλειότερον της των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θέλετε εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών.» (Ματθ. 5:20). Και αυτό ακριβώς έκανε ο Παύλος, ο πιστός δούλος (Γαλ. 1:13–17· Φιλ. 3:3–7).
Περαιτέρω βιβλιογραφία
David E. Garland, Reading Matthew, Crossroads Publishing Company, New York, 1995· σ. 82 κ.ε.
Παύλος Ναντίμ Ταράζι (Paul Nadim Tarazi), New Testament Introduction, Vol. 2: Luke and Acts, St Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY, 2001· σ. 97–100· 105· 133–134.